Όμορφα πράγματα και νοσταλγικά ταξίδια στο χθες μας πρόσφερε ο καλός φίλος Κώστας Σαχινίδης με αφορμή την εκδήλωση της Στέγης που έγινε την περασμένη Κυριακή στο λόφο του Αη-Γιώργη στη Γαλανόβρυση απέναντι από τον Όλυμπο στο Εθνογραφικό Μουσείο Αραδοσιβίων που σιγά-σιγά ολοκληρώνεται. Λιγοστός ο κόσμος, η εκδήλωση όμως ποιοτική και πανέμορφη με τα ποντιόπουλα να χορεύουν υπό τους ήχους της λύρας του βετεράνου Νίκου Δημητριάδη, τις γυναίκες του χωριού να τραγουδάνε και τον κορυφαίο λαογράφο κ. Γ. Αικατερινίδη Τ. Διευθυντή Ερευνών Κέντρου Λαογραφίας μ’ ένα μοναδικό τρόπο να μας οδηγεί στα μονοπάτια της παράδοσης. Αναφερόμενος στο έθιμο ο κ. Αικατερινίδης είπε:

“Η σημερινή εκδήλωση έρχεται να αναβιώσει ένα πανελλήνιο έθιμο, γνωστότατο κι εδώ στην ευρύτερη περιοχή. Έθιμο με ρίζες βαθιές κι αυτό στη δημώδη δοξοσιολογία, τονίζοντας ότι το Μουσείο που και στη θεμελίωσή του ήταν έντονο το εθιμικό τυπικό θα αποτελεί όχι μόνο κιβωτό πολύτιμων αξιών του λαϊκού πολιτισμού, αλλά ευρύτερα θεματοφύλακα της παράδοσης στις επί μέρους μορφές της, όπως εκφραζόταν και εν μέρει εκφράζεται σε μια γεωργοκτηνοτροφική περιοχή, ζωντανή μέσα από τα εκθέματα έκφραση του τυπικού λαϊκού πολιτισμού. Ενός πολιτισμού, που ιδιαίτερα σήμερα, με την ολοέν α συντελούμενη παγκοσμιοποίηση, αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτιστικής μας ταυτότητας ως λαού, εκφράζοντας ταυτόχρονα έναν ηθικό κώδικα καταξιωμένο από τις γενιές που πέρασαν.

ΕΘΙΜΟΛΟΓΙΚΑ ΤΗΣ ΣΤΕΓΑΣΗΣ
Η κατασκευή της στέγης, έργο δύσκολο αλλά και αισιόδοξο αφού ισοδυναμεί με την αποπεράτωση της οικοδομής, περιβάλλεται από δική της εθιμολογία, που τονίζει ακριβώς την ιδιαιτερότητα του επιτεύγματος. Το πιο χαρακτηριστικό, ευρύτατα διαδεδομένο, έθιμο είναι τα λεγόμενα μαντηλώματα (ή: δωρίσματα, κεράσματα, χάρες, ζωσίματα) η συνήθεια να προσφέρουν δώρα στους μαστόρους και κυρίως μαντήλια, μόλις τελειώνει το χτίσιμο των τοίχων και αρχίζει η κατασκευή της στέγης, ή προκειμένου για στέγη με beton arme, όταν τελειώνει το καλούπωμα και ρίχνουν το τσιμέντο. Τα δώρα μπορούν επίσης να προσφερθούν και με το τελείωμα της στέγης. Στη Σιάτιστα π.χ. όταν έμπαινε η στέγη, φίλευαν τους μαραγκούς με διάφορα δώρα και μπαχτσίσια. Έρχονταν οι συγγενείς και φίλοι καθένας με το ρεγάλο του, πουκάμισα, μαντήλια, κάλτσες, τρόφιμα, κρασί, και αφού μαζεύονταν όλοι ανέβαινε ένας μάστορας στη στέγη και φώναζε για τον καθένα ονομαστικά ορισμένους στοίχους:
«Καλώς όρισεν ο.. μαζί με το ρεγάλο του.
Εφιλοτίμησε το αφεντικό
και φιλοδώρησε τους μαστόρους.
Ο Θεός να τον αξιώνει να κάνει κι αυτός μεγαλύτερο.
Ο Θεός να τον αξιώνει να πηγαίνει στον Άγιο Τάφο.
Να πάει με υγεία, να έρθει με ευτυχία.
Όσα λουλούδια του Μαγιού και φύλλα απ’ τα δέντρα,
όσ’ άστρα έχει ο ουρανός και άμμος της θαλάσσης,
τόσα καλά να του δώσει ο Θεός και στο γιαπί που κάνομε
πέτρα, ξύλο, καρφί, να μη ραϊσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει»

Στην Ήπειρο «σε κάθε νεόχτιστο σπίτι οι μαστόροι, όταν κάρφωναν τις γριντιές και ψαλίδες της στέγης και προτού αρχίσουν να καρφώνουν τα σταλίκια και βάλουν τις πλάκες σκεπής, έριχναν τα μαντήλια. Έτσι έλεγαν τα δώρα που φέρναν στους μαστόρους οι χωριανοί (…). Πρώτα ο νοικοκύρης έριχνε τόσα μαντήλια, όσοι ήταν οι μάστοροι που δούλευαν· ακολουθούσαν οι συγγενείς του νοικοκύρη και από συμπάθεια ή ντροπή όλο σχεδόν το χωριό. Στην κορφή της στέγης οι μάστοροι τέντωναν ένα σχοινί, από τη μια άκρη στην άλλη (…) και εκεί κρέμαγαν τα μπαξίσια τα διαλαλούσε ο πρωτομάστορας τραγουδιστά και «την τελευταία συλλαβή κανοναρχούσε σαν τραγούδι, αλλά την τελευταία λέξη τη φώναζαν εν χορώ όλοι οι μάστοροι, που έπαιρναν θέσεις γύρω-γύρω στη στέγη, κρατώντας τα σφυριά ή σκεπάρια, και μόλις πρόφερε τ’ όνομά του δωρητού άρχιζαν όλοι μαζί ρυθμικά και δυνατά κτυπήματα στα ξύλα της στέγης (…). Τα μαντήλια τα μοίραζαν μεταξύ τους οι μαστόροι· εκτός από το καλύτερο που ‘διναν στον πρωτομάστορα, τ’ άλλα όλα με κλήρο».

Οι ευχές που λέγονται μπορεί κάθε φορά να διαφοροποιηθούν προσαρμοστικά σ’ αυτόν που προσφέρει το δώρο. Στον κτηνοτρόφο π.χ. η ευχή θα είναι ανάλογη:
«Όσα δένδρα και κλαδιά, τόσα γίδια και τραγιά,
όσα κουδούνια και κυπριά, τόσα πρόβατα κι αρνιά».

Σ’ όλες σχεδόν τις μαρτυρίες, στη στέγη στήνουν έναν σταυρό, φτιαγμένο πρόχειρα από ξύλα της οικοδομής, που τον στολίζουν με άνθη της εποχής και με χλωρά κλαδιά (ιδιαίτερα ελιάς) και πάνω σ’ αυτόν κρεμούν τα δώρα, ή τα κρεμούν σε σχοινί δεμένο απ’ αυτόν. Εκτός από τον στολισμένο σταυρό, πολλές φορές βάζουν και σημαία, που προσδίδει στην εθιμική εκδήλωση ιδιαίτερη επιβλητικότητα. Στη Φλώρινα, για παράδειγμα, στην κορυφή της δίριχτης στέγης «ανεβαίνει ο πρωτομάστορας με όλα τα άλλα μαστόρια. Έρχεται ο νοικοκύρης και φέρνει μια σημαία, λουλούδια και ένα σταυρό που κάνει πρόχειρα με ξύλα. Στη δεξιά γωνιά της κορυφής οι μαστόροι βάζουν τη σημαία, στην αριστερή το σταυρό με τα λουλούδια, τα ενώνουν (σημαία – σταυρό) με σύρμα και σ’ αυτό κρεμούν τα δώρα που τους φέρνουν.

Το έθιμο αυτό της προσφοράς δώρων στους μαστόρους κατά την κατασκευή της στέγης είναι, με διάφορες παραλλαγές σε δευτερεύοντα σημεία πανελλήνιο. Ενδεικτικά και μόνο επισημαίνουμε την παρουσία του, εκτός από τις παραπάνω περιοχές (Σιάτιστα, Ήπειρο, Φλώρινα, περιοχές όλες τους με παράδοση στην οικοδομία), και στην Κρήτη (ξύλινο σταυρός και πάνω του δένεται μαντήλι ή μια υφαντή πετσέτα από τα προικιά της νοικοκυράς, δώρο στον τεχνίτη της κεραμιδένιας στέγης)· στην Κύπρο (μαντήλι δεμένο σε καλάμι, που το υψώνουν σαν σημαία πάνω στη στέγη) στη Λέρο (οι μαστόροι φεύγοντας δένουν στο λαιμό τους το μαντήλι – δώρο του νοικοκύρη)· στο Μεγανήσι της Λευκάδας (ο σπάγγος για τα δώρα δένεται από δύο φουντωτά κλαδιά κυπαρισσιού)· στην Πελοπόννησο (ξύλινος σταυρός στολισμένος με λουλούδια και πρασινάδες· ο νοικοκύρης ρίχνει τις μεσήνες = μαντήλια και άλλα δώρα).

Επισημαίνουμε ακόμα, ενδεικτικά πάντοτε για τη μεγάλη του εξάπλωση, την ύπαρξη του εθίμου και: στην Αθήνα («όταν στηθεί ο σκεπός, θα κάμουν ένα σταυρό με σανίδια και θα τον στήσουν πάνω στο σκεπό με δυο τρεις γαλάζιες χάντρες και ο νοικοκύρης θα δώσει στον καθένα μάστορα από ένα μαντήλι»)· στην Εύβοια (σταυρός στολισμένος με άνθη· τα δώρα τα πήγαιναν τρεις μέρες)· στην Αιτωλοακαρνανία (ο πρωτομάστορας «αντιλαλούσε» τα δώρα)· στην Ευρυτανία (δώρα έφερνε «όλο το συγγένειο αυτουνού που έχτιζε το σπίτι και αυτό λεγόταν ζωσίματα»)· στην Αργιθέα («έδεναν γύρω από το σταυρό λουλούδια και ένα μαντήλι άσπρο, που συμβόλιζε την ειρήνη και την ευτυχία για τους ανθρώπους του νέου σπιτιού»)· στην Κοζάνη (τα δώρα τα κρεμούν ανάμεσα σε δύο μεγάλους ξύλινους σταυρούς)· στις Σέρρες ( αρχίζοντας την κατασκευή της στέγης, οι μαστόροι ύψωναν σημαία για να πάνε τα δώρα τους οι χωριανοί· στεφάνια από λουλούδια στο σταυρό και σημαία)· στη Βέροια (τα δώρα έφερναν όταν τελείωνε η κατασκευή της στέγης)· στην Ξάνθη (δώρα πρόσφεραν μόνο οι άντρες)· στο Διδυμότειχο (ξύλινος σταυρός που τον καλύπτουν με πρασινάδες για να ‘ναι το σπίρι «μπερεκέκλ’τκου, καλορίζικο»)· στα Κοτύωρα (σταυρός Ξύλινος)· στη Μάδυτο (το είχαν σε καλό να στέλνουν δώρα) κτλ.

Η άσκηση του εθίμου ακόμη και στα μεγάλα αστικά κέντρα, δημιούργησε και στην περίπτωση αυτή κανόνα δικαίου, στην εφαρμογή του οποίου, εκτός από την οικονομική σκοπιμότητα, σημασία έχει και η ηθική ικανοποίηση των μαστόρων: «Η χαρά τους ήταν τα μαντήλια· ένα μαντήλι να πάρουν, το χαίρονται αυτό το πράγμα».
Παραστατική της όλης ψυχολογίας γύρω από το έθιμο είναι η αφήγηση παλαιού μαστόρου από την περιοχή της Ηπείρου, της μεγάλης αυτής Μαστορομάνας: «Απο μικρό παιδί θυμιέμαι στα χωριά που δουλεύαμε και ρίχναμαν μαντήλια κι ακόμα συγκινούμαι. Ηταν μεγάλη μέρα και για τους μαστόρους και για το νοικοκύρη. Δεν είναι μικρό πράγμα να φτάσεις στη σκεπή, στο τέλος να πούμε. Δεν έχω παράδειγμα, όπου κι αν δουλέψαμε, να μη γίνουν μπαξίσια. Φτωχοί και κρατημένοι πρόσφεραν με την καρδιά τους μαντήλια, πουκάμισα, κάλτσες, πετσέτες, ό,τι είχε καθένας. Τώρα θα μου πεις, αν ήταν πλούσιοι ή φτωχοί. Σημασία έχει η κίνηση και τίποτα παραπάνω».
Χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης εθιμικής πρακτικής, από πλευράς δικαίου, είναι ότι σε συμφωνητικό σύμβασης εργασίας του 1803, για την οικοδόμηση εκκλησίας στη Ζαγορά, οι μαστόροι συμφωνούν ότι «με αυτήν την τιμήν εκουβουλαρήσαμεν να μην πάρωμε άλλο τίποτε δια γεμελίκι, ούτε μανδηλώματα, ούτε θεμελιάτικα, μονον να μας δίδουν από μίαν οκά ρακής την ημέρα, να μας καμώσι και δύο ζειαφέτια (…)».

Η παραβίαση των εθιμικών αυτών υποχρεώσεων επέσυρε, όπως και κάθε παράλειψη εκπλήρωσης ενός κοινώς αποδεκτού κοινωνικούς καθήκοντος, αποδοκιμασίας και περιφρόνηση. Ενδιαφέρουσα σχετικά είναι η επόμενη μαρτυρία παλαιού μαστόρου από το Πήλιο: «Άμα φτάναμι στου τσατί (στέγη) γένουνταν τα μαντ’λώματα. Ικεί να ιδείς γλέντ’. Μια μέρα ουλόκληρη τρώγαμι κι μας κιρνούσαν οι ν’κουκυραίοι (…). Άμα ήτανι καλός η ν’κουκύρ’ς πιρνούσαμι καλά. Άμα ήτανι σκρίτσους (τσιγγούνης) δε βλέπαμι τίπουτα. Θ’μάμι μαι φουρά δούλιβα στου σπιτ’ τ’ Κ. Κι σα φτάσαμε στα μαντ’λώματα περιμέναμι να μας κ’ράσ’νι. Βλέπουμι καμιά ώρα τ’ γ’ναίκα τ’, απού τουν έτριμι, κι μας φέρν’ να μας κιράσ’ κρασί ξιρουσφύρ’ (χωρίς μεζέ). Σκουθήκαμι κι φύβγαμ’ (φύγαμε) κι ούτι μας ξανάειδι. Γάνιασι (ταλαιπωρήθηκε πολύ) να ‘βρει ξεν’ μαστόρ’ να του τιλειώσ’ του σπίτ’».

Η ερμηνεία που δίδουν οι μαστόροι για τον οικοδομικό σταυρό, τα μαντήλια και τη σημαία είναι ότι ο σταυρός φέρνει ευτυχία, το μαντήλι θυμίζει τον ιδρώτα του εργάτη και η σημαία σημαίνει νίκη, το τελείωμα του έργου. Πρόκειται για ερμηνεία ορθολογιστικής, χωρίς πρόσβαση στις βαθύτερες διαστάσεις του εθίμου.
Εκτός από το σταυρό, και η σημαία, προπαντός όμως τα μαντήλια, χρησιμοποιούνται παραδοσιακά σε πολλές και ποικίλες περιπτώσεις.

Αναμφίβολα όμως, το στοιχείο που προβάλλει στο όλο έθιμο και το χαρακτηρίζει ως δρώμενο, είναι η παρουσία των λουλουδιών και των χλωρών κλάδων (ελιάς, κυπαρισσιού και άλλων αειθαλών δέντρων). Τα κλαδιά αυτά και τα άνθη, πέρα από την ψυχολογική ευφορία που υποβάλλουν με τον βαθύτερο συμβολισμό τους για θαλερότητα και γονιμότητα, προοιωνίζουν την ευτυχία του νέου οίκου.

Ο σταυρός, το κατεξοχήν χριστιανικό σύμβολο, μαρτυρείται σε ανεγειρόμενες οικοδομές και στους βυζαντινούς χρόνους. Πρέπει όμως να θεωρηθεί δευτερογενής προσθήκη, που ήθελε να προσδώσει ιερότητα και ευλογία στην πράξη και να εξασφαλίσει το σπίτι από κάθε κακό.

Τη βαθύτερη αιτία της παρουσίας του σταυρού στις ανεγειρόμενες οικοδομές δείχνουν οι λόγοι χωρικού στο Αλιβέρι της Ευβοίας, σε ερώτηση αν θα γίνουν μαντηλώματα στο σπίτι που έχτιζε, στου οποίου τη θεμελίωση έγινε αγιασμός, έγινε όμως παράλληλα και αλεκτοροθυσία: «Αφού κάναμε αγιασμό και ξεκινήσαμε με τη θρησκεία, πάλι με τη θρησκεία πρέπει να τελειώσουμε», εννοώντας τον ξύλινο σταυρό, στολισμένο με άνθη και σκόρδα, όπου θα κρεμούσε τα δώρα για τους μαστόρους, την ημέρα που θα έριχναν το σκυρόδεμα για την ταράτσα.

Τελειώνοντας, σημειώνω επιλογικά ότι εθνολογικά θεωρούμενο ως έθιμο, εντάσσεται στα λεγόμενα διαβατήριες τελετές. Σε τελετές δηλαδή που αποβλέπουν, όπως σ’ αυτήν εδώ την περίπτωση, στην προστασία του οικοδομήματος και μάλιστα ενός οικοδομήματος όπως το Μουσείο μας, με τους πολύτιμους θησαυρούς που σε λίγο θα θαυμάζουμε μόλις τελειώσει η μουσειολογική μελέτη.

Ας ευχηθούμε λοιπόν καλή αντάμωση και πάλι στα επίσημα εγκαίνια και ας συγχαρούμε όλους, όσοι με οποιονδήποτε τρόπο και με την όποια ιδιότητα, εμφανώς ή αφανώς, μόχθησαν και μοχθούν για την επίτευξη ενός τόσο υψηλού στόχου, που πολλές περιοχές θα ζήλευαν.

Εφημερίδα «Έκδοση» – 22/07/2009
http://www.ekdosi.gr/pdf/509.pdf

 

 

 

Advertisements